Κάποτε ένας άνθρωπος,
θα λέγαμε πιστός,
στάθηκε μπρος στο εικόνισμα
λιγάκι σκεπτικός.
Και το παράπονο είδε
στα μάτια του Χριστού
για την ασυμφωνία
στη ζωή του χριστιανού.
Με ονομάζεις δάσκαλο
και δε με συμβουλεύεσαι,
με ονομάζεις εύσπλαχνο
και δε με εμπιστεύεσαι.
Με λέγεις φως και δε με κοιτάς,
με λες οδό και δε με βαδίζεις,
με λες ωραίο που δεν αγαπάς,
με λες ζωή που δε λαχταράς.
Με συνέπεια στη ζωή σου
βάλε μένα στην ψυχή σου,
γίνε γνήσιος, παιδί μου,
κι άκου με καλά.
Αν τα λόγια βγαίνουν μύθοι
και οι πράξεις παραμύθι,
είναι αυτό που σ’ απομακρύνει,
της αγάπης μου η οδύνη.
Θα σ’ ονομάζω δάσκαλο
και θα σε συμβουλεύομαι,
θα σ’ ονομάζω εύσπαχνο
και θα σε εμπιστεύομαι.
Θα σ’ ονομάζω και οδό
και σένα θα βαδίζω
και θα ‘σαι η ζωή που
εγώ θα λαχταρώ.
Και θα ‘σαι η ζωή που
εγώ θα λαχταρώ.
