Ήρθε ο Λάζαρος, ήρθαν τα βάγια,
ήρθε η Κυριακή που τρών’ τα ψάρια.
Πού ‘σουν, Λάζαρε, πού είν’ η φωνή σου,
που σε γύρευε η μάνα κι η αδελφή σου.
Ήμουνα στη γη, στη γη χωμένος,
κι από τους νεκρούς, νεκρούς αναστημένος.
Δώστε μου νερό, νερό λιγάκι,
να ξεπλύνω της καρδιάς μου το φαρμάκι.
Βάγια, βάγια των βαγιών, τρώνε ψάρι και κολιό
και την άλλη Κυριακή τρώνε το παχύ αρνί.
