Τριανταένα μαθητές, παιδιά από τ’ Αϊδίνι,
άφησαν το σχολείο τους και πιάσαν τα στενά,
φυλάγανε την πόλη τους σαν όρμησαν οι Τσέτες,
τους γέρους, τους ανήμπορους, γυναίκες και παιδιά.
Οι πιο μεγάλοι απ’ αυτούς αρπάξανε τα όπλα,
να σώσουνε τους άμαχους που φεύγανε κρυφά,
συνάμα οι μικρότεροι πολεμοφόδια φέρναν,
τους τραυματίες φρόντιζαν και τα μικρά παιδιά.
Τριανταένα μαθητές, παιδιά από τ’ Αϊδίνι,
έχουνε μείνει πέρα εκεί, φυλάνε τα στενά,
και καρτερούν ν’ ακούσουνε την προσταγή Κυρίου,
να φέρουνε στην πόλη τους μιαν άλλη Πασχαλιά.
Ως τρεις χιλιάδες Έλληνες αφάνισαν οι Τούρκοι
και στο ποτάμι σύρανε τα ηρωικά παιδιά,
τους πρότειναν να αρνηθούν την πίστη τους, να ζήσουν,
μα εκείνα φώναξαν «ποτέ» με μάτια αστραφτερά.
Ξεσπάσαν τότε πάνω τους, τους τύφλωσαν τα μάτια,
τους κατακρεουργήσαν, τους βασάνισαν σκληρά,
κι εκείνα τραγουδούσανε τον εθνικό μας ύμνο,
«ζήτω η Ελλάδα» κραύγαζαν μ’ ακλόνητη καρδιά.
Τριανταένα μαθητές, παιδιά από τ’ Αϊδίνι…
